φράστωρ
φράστωρ, guide
φράσ-τωρ, ορος, ὁ,
- = φραστήρ, guide, A. Supp. 492.
φράστωρ, ορος (ὁ) qui indique, qui montre, Eschl. Suppl. 493.
Étym. φράζω.
φράστωρ, ορος, ὁ, = φραστήρ, Wegweiser, Aesch. Suppl. 487.