Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φρεορύκτης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φρενοβλαβής
φρενοβλαβία
φρενοβλαβίη
φρενόβλαβος
φρενοβόρως
φρενογηθής
φρενοδαλής
φρενοδαλίς
φρενοδινής
φρενοθελγής
φρενόθεν
φρενοκηδής
φρενοκλοπέω
φρενοκλόπος
φρενόληπτος
φρενολῃστής
φρενολύπη
φρενομανής
φρενομόρως
φρενοπληγής
φρενόπληκτος
φρενοπλήξ
φρενοτέκτων
φρενοτερπής
φρενόω
Φρεντανοί
φρενώλης
φρένωσις
φρενωτήριον
φρεορυκτέω
φρεορύκτης
φρεσσίλυτος
φρέω
φρεωρυχέω
φρεωρυχία
φρεωρυχικά
φρεωρυχικός
φρεωρύχος
φρῆμι
φρήν
φρηταῖος
φρηταρχέω
φρήταρχος
φρήτηρ
φρητία
φρήτραρχος
φρήτρη
φρήτριος
φρήτωρ
Φρίγγος
φρῖγος
φρίζω
φρικάζω
φρικαλέος
φρικασμός
φρίκη
φρικία
φρίκια
φρικίαι
φρικίας
Φρικίας
…
φρεορύκτης
Save
Pape
φρεορύκτης
, ὁ, = φρεωρύχος, vgl. Lobeck
Phryn
. 232.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}