Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φρενολύπη
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φρενητικός
φρένιον
φρενιτιαῖος
φρενιτίασις
φρενιτιάω
φρενιτίζω
φρενιτικός
φρενῖτις
φρενιτισμός
φρενο
φρενοάρας
φρενοβαρής
φρενοβλάβεια
φρενοβλαβέω
φρενοβλαβής
φρενοβλαβία
φρενοβλαβίη
φρενόβλαβος
φρενοβόρως
φρενογηθής
φρενοδαλής
φρενοδαλίς
φρενοδινής
φρενοθελγής
φρενόθεν
φρενοκηδής
φρενοκλοπέω
φρενοκλόπος
φρενόληπτος
φρενολῃστής
φρενολύπη
φρενομανής
φρενομόρως
φρενοπληγής
φρενόπληκτος
φρενοπλήξ
φρενοτέκτων
φρενοτερπής
φρενόω
Φρεντανοί
φρενώλης
φρένωσις
φρενωτήριον
φρεορυκτέω
φρεορύκτης
φρεσσίλυτος
φρέω
φρεωρυχέω
φρεωρυχία
φρεωρυχικά
φρεωρυχικός
φρεωρύχος
φρῆμι
φρήν
φρηταῖος
φρηταρχέω
φρήταρχος
φρήτηρ
φρητία
φρήτραρχος
φρήτρη
…
φρενολύπη
Save
Pape
φρενολύπη
, ἡ,
Betrübnis des Herzens
, Aesch.
Ag
. 103, nach Hermanns Conj.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}