Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φρίζω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φρενοπλήξ
φρενοτέκτων
φρενοτερπής
φρενόω
Φρεντανοί
φρενώλης
φρένωσις
φρενωτήριον
φρεορυκτέω
φρεορύκτης
φρεσσίλυτος
φρέω
φρεωρυχέω
φρεωρυχία
φρεωρυχικά
φρεωρυχικός
φρεωρύχος
φρῆμι
φρήν
φρηταῖος
φρηταρχέω
φρήταρχος
φρήτηρ
φρητία
φρήτραρχος
φρήτρη
φρήτριος
φρήτωρ
Φρίγγος
φρῖγος
φρίζω
φρικάζω
φρικαλέος
φρικασμός
φρίκη
φρικία
φρίκια
φρικίαι
φρικίας
Φρικίας
φρικίασις
φρικιασμός
φρικιάω
Φρίκιον
φρικνός
φρικόομαι
φρικοποιός
φρῖκος
φρικόω
φρικτέον
φρικτοπαλαίμονες
φρικτοπαλαίμων
φρικτός
φρικτῶς
φρικώδης
φρικωδία
φρικωδῶς
φρικώεις
Φρίκων
Φρικωνίς
φριμαγμός
…
φρίζω
Save
LSJ
φρίζω,
= φρίσσω,
PMag.Osl.
1.262.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}