φυζαλέος Save LSJ Bailly 2024 Pape φυζ-ᾰλέος, α, ον, = foreg., AP 6.237 (Antist.). φυζαλέος, α, ον [ζᾰ] c. le préc. Anth. 6, 237. φυζαλέος, = φυζανικός, φυζαλέον ἔτραπεν αὐτόν Antistius 1 (VI.237).