Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φυγοπονέω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φυγανθρωπία
φυγάνθρωπος
φυγαρσενία
φυγαρχέω
φυγάς
φυγγάνω
φύγδα
φύγδην
φύγε
φύγεθλον
φύγεθρον
Φύγελος
φύγεργος
φυγή
φύγῃσι
φύγιμον
φυγίνδα
φυγοδέμνιος
φυγόδεμνος
φυγοδικέω
φυγοδικία
φυγόδικος
φυγόλεκτρος
φυγομαχέω
φυγόμαχος
φυγόξεινος
φυγόξενος
φυγόπατρις
φυγοπόλεμος
φυγόπολις
φυγοπονέω
φυγοπονία
φυγόπονος
φυγοπτόλεμος
φυγόπτολις
φύζα
φυζακινός
φυζαλέος
φυζάναι
φυζανικός
φυζάνω
φυζάω
φυζηλός
φύζημι
φύζω
φυή
φύη
Φύη
φύημα
φυκαρίζω
φυκάριον
φύκη
φυκήν
φύκης
φυκία
φυκίασις
φυκίδιον
φυκιόεις
φυκίοικος
φυκίον
Φύκιον
…
φυγοπονέω
Save
Bailly 2024
φυγοπονέω-ῶ,
fuir le travail,
Orig.
c. Cels.
348
.
Étym.
φυγόπονος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}