φυγόλεκτρος
φῠγό-λεκτρος, ον,
- = φυγοδέμνιος, Orph. H. 32.8.
φυγό·λεκτρος, ος, ον [ῠ] c. φυγοδέμνιος, Orph. H. 31, 8.
Étym. φ. λέκτρον.
φυγόλεκτρος, = φυγοδέμνιος, die Ehe fliehend, Orph. H. 31.8.