χάνος Save χάνος, mouth LSJ Bailly 2024 Pape χάνος [ᾰ], εος, τό, mouth, Com.Adesp. 1193. χάνος, εος-ους (τὸ) c. χάσμα, Poll. 2, 97. χάνος, εος, τό, = χάσμα, Poll. 2.97.