Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χίραμα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χιονοβολέομαι
χιονοβολέω
χιονοβόλος
χιονόβολος
χιονόβοσκος
χιονοβοσκός
χιονοβροχοπαγής
χιονοδροσοφερής
χιονοειδής
χιονόεις
χιονοθρέμμων
χιονόκτυπος
χιονόμελι
χιονόομαι
χιονόπεζα
χιονοτρόφος
χιονόχροος
χιονόχρους
χιονόχρως
χιονόω
χιονώδης
χιονωπός
χιονωτός
Χίος
Χῖος
χῖος
Χιουργής
χιουργής
χιόω
χιραλέος
χίραμα
χιράς
χιροπόδης
χιρόπους
Χίρων
χιτάναλλον
χιτών
χιτωνάριον
Χιτωνέα
χιτώνη
Χιτώνη
χιτωνία
χιτωνίζω
χιτώνιον
χιτωνισκάριον
χιτωνίσκιον
χιτωνίσκος
χιτωνοπώλης
χιωδῶς
χιών
Χίων
Χιωνίδης
χλαβός
χλαδ
χλάδω
χλάζω
χλαῖνα
χλαίνη
χλαινηφόρος
χλαινίζω
χλαινίον
…
χίραμα
Save
LSJ
χίραμα, ατος, τό, a disease in horses’ feet,
Hippiatr.
52.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}