Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χλαβός
χλαβός, well-fed
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χιονωτός
Χίος
Χῖος
χῖος
Χιουργής
χιουργής
χιόω
χιραλέος
χίραμα
χιράς
χιροπόδης
χιρόπους
Χίρων
χιτάναλλον
χιτών
χιτωνάριον
Χιτωνέα
χιτώνη
Χιτώνη
χιτωνία
χιτωνίζω
χιτώνιον
χιτωνισκάριον
χιτωνίσκιον
χιτωνίσκος
χιτωνοπώλης
χιωδῶς
χιών
Χίων
Χιωνίδης
χλαβός
χλαδ
χλάδω
χλάζω
χλαῖνα
χλαίνη
χλαινηφόρος
χλαινίζω
χλαινίον
χλαινιστής
χλαινοθήρας
χλαινουργική
χλαινουργός
χλαινόω
χλαίνωμα
χλαμυδηφόρος
χλαμύδιον
χλαμυδίσκη
χλαμυδοειδής
χλαμυδόομαι
χλαμυδοποιία
χλαμυδοποιΐα
χλαμυδοποιός
χλαμυδουργία
χλαμυδουργικός
χλαμυδουργός
χλαμυδοφορέω
χλαμυδόω
χλαμυδωτός
χλαμυρίς
χλαμυρός
…
χλαβός
Save
χλαβός, well-fed
LSJ
χλαβός, ή, όν,
well-fed,
Hsch.
; cf.
χλαμυρός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}