About Report a problem

Menu

χιονοτρόφος

χιονοτρόφος, fostering snow

χῐονο-τρόφος, ον,
  • = χιονοθρέμμων, Ἀρτέμιδος -τρόφον ὄμμα Κιθαιρών E. Ph. 802 (hex.).

Saved

Recent