χιονοτρόφος
χιονοτρόφος, fostering snow
χῐονο-τρόφος, ον,
- = χιονοθρέμμων, Ἀρτέμιδος -τρόφον ὄμμα Κιθαιρών E. Ph. 802 (hex.).
χιονο·τρόφος, ος, ον, qui nourrit ou entretient la neige, Eur. Ph. 803.
Étym. χ. τρέφω.
χιονοτρόφος, schnee nährend, hegend, wie χιονοθρέμμων, Κιθαιρών Eur. Phoen. 809.
χιονοτρόφος
χιονο-τρόφος, ον,
= χιονοθρέμμων, Eur.