χιτωνισκάριον Save LSJ Bailly 2024 χῐτων-ισκάριον, τό, Dim. of χιτωνίσκος, Eust. 1166.51. χιτωνισκάριον, ου (τὸ) [χῐᾰ] dim. du suiv. Æl. dion. (Eust. 1166, 51).