χαλίκρητος
χαλίκρητος, unmixed
χᾰλίκρητος, ον, poet. for ἄκρατος,
- unmixed, μέθυ Archil. 78, A.R. 1.473; σπονδαί A. ap. Eust. 1471.2 (v. Nauck ad A. Fr. 448); νᾶμα AP 5.293.6 (Agath.).
χαλίκρητος, ion. = χαλίκρατος.
χαλίκρητος
χᾰλί-κρητος, ον,
poetic for ἄκρατος
- unmixed, Archil.