χαλεπήρης
χαλεπ-ήρης, ες,
- poet. for χαλεπός, ἄεθλον Mimn. 11.3.
χαλεπ·ήρης, ης, ες [ᾰ] fâcheux, pénible, difficile, Mimnerme 11, 4 (Str. 47).
Étym. χαλεπός, *ἄρω.
χαλεπήρης, ες, poet. = χαλεπός, schwer, schwierig, ἄεθλον Mimnerm. 10 bei Strab. 1.2 a.E.