Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χαλινοφόρος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Χαλέστρη
χαλία
χαλιδοφόρος
χαλικάζειν
χαλικάζω
χαλικῖτις
χαλικοκαύστης
χαλίκραιος
χαλίκρατος
χαλίκρητος
χαλικρός
χαλικρότερος
χαλικώδης
χαλίκωμα
χαλιμάζω
χαλιμάς
χαλίμη
χάλιμος
χαλιναγωγέω
χαλιναγωγία
χαλιναγωγός
χαλινάριον
χαλινίτης
χαλινῖτις
χαλινοποιητική
χαλινοποιική
χαλινοποιός
χαλινός
χαλινουργός
χαλινοφάγος
χαλινοφόρος
χαλινόω
χαλίνωσις
χαλινωτέον
χαλινωτήρια
χάλιξ
χάλις
χαλιστόν
χαλιφρονέω
χαλιφροσύνη
χαλίφρων
χαλκάνθεμον
χαλκανθές
χαλκάνθη
χαλκανθίζω
χάλκανθον
χάλκανθος
χαλκάνθρωπος
χαλκανθώδης
χαλκάρματος
χαλκάς
χάλκασπις
χαλκεγχής
χαλκέγχης
χαλκεία
χαλκεῖον
χάλκειος
χαλκείτης
χαλκειώδης
χαλκέλατος
χαλκεμβολάς
…
χαλινοφόρος
Save
Pape
χαλινοφόρος
, [ῑ],
Zaum od. Zügel tragend
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}