About Report a problem

Menu

χαλιμάζω

χαλιμ-άζω,
  • = τὸ περὶ τὰς συνουσίας πείθεσθαι (fort. ἐπτοῆσθαι), Epich. 200 (χαλικ- cod. Philem.Gloss.).

Saved

Recent