χερσονησιτέω Save Bailly 2024 Pape χερσονησιτέω, néo-att. χερρονησιτέω-ῶ [ῑ] être habitant d’une péninsule, Pol. 1, 73, 4. Étym. χερσονησίτης. χερσονησιτέω, [ῑ], f.l. für χερσονησίζω, Pol. 1.73.