χερσονησώδης
χερσονησ-ώδης, ες, later χερρ-,
- = χερσονησοειδής, Str. 14.6.3.
χερσονησώδης, néo-att. χερρονησώδης, ης, ες, c. χερσονησοειδής, Str. 683.
Étym. χερσόνησος, -ωδης.
χερσονησώδης, ες, att. χερρονησώδης, zsgzn statt χερσονησοειδής.