χιλιονταετηρίς Save Bailly 2024 Pape χιλιοντα·ετηρίς, ίδος (ἡ) [χῑ] durée de mille ans, Chrys. in Psalm. p. 1. Étym. χίλιοι, ἔτος. χιλιονταετηρίς, [χῑ], ίδος, ἡ, spätere Form statt χιλιοετηρίς.