χιλίωρος
χιλίωρος, of a thousand years
χῑλίωρος, ον, (ὥρα)
- of a thousand years, χρόνος Lyc. 1153.
χιλί·ωρος, ος, ον [χῑ] de mille saisons, c. à d. de mille ans, Lyc. 1153.
Étym. χ. ὥρα.
χιλίωρος, [χῑ], von tausend Jahren, χρόνος, Lycophr. 1153.