Χιλώνειος
Χιλώνειος, of or from Χίλων
Χῑλώνειος, α, ον,
- of or from Χίλων, τὸ X. the saying of Chilon (i.e. μηδὲν ἄγαν), Arist. Rh. 1389b3.
Χιλώνειος, α, ον [ῑ] de Khilôn, Arstt. Rhet. 2, 12, 14.
Étym. Χίλων.
Χιλώνειος
Χῑλώνειος, α, ον
- of or from Χίλων: τὸ Χ. the saying of Chilon, Arist.