χιλιοπλασίων Save LSJ Bailly 2024 Pape χῑλιο-πλᾰσίων, ον, gen. -ονος, = foreg., Sm. 2 Ki. 18.3. χιλιο·πλασίων, ων, ον, gén. ονος [χῑᾰ] c. le préc. Symm. 2 Reg. 18, 3. χιλιοπλασίων, [χῑ], ονος, tausendfach, -fältig, Sp.