χιλιοπλάσιος
χῑλιο-πλάσιος [ᾰ], α, ον,
- = sq., only Adv. -ίως LXX De. 1.11.
χιλιο·πλάσιος, α, ον [χῑᾰ] mille fois aussi grand, Thém.
Étym. χ. -πλάσιος.
χιλιοπλάσιος, [χῑ], adv. χιλιοπλασίως, = χιλιοπλασίων, Themist., adv. LXX.