χιόνινος
χιόνινος, snow-white
χῐόν-ῐνος, η, ον,
- snow-white, τῇ χροιᾷ Ptol.Euerg. 10J.
χιόνινος, η, ον, de neige, Ptol. (Ath. 375d).
Étym. χιών.
χιόνινος, = χιόνεος, v.l. von χιονικός.