χλοήρης
χλοήρης, ες,
- = χλοερός, χλωρός, μῖλαξ prob. in E. Ba. 107 (lyr.); χλοηρός, Hp. ap. Gal. 19.155.
χλο·ήρης, ης, ες, verdoyant, Eur. Bacch. 107.
Étym. χλόη, *ἄρω.