Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χνοΐζομαι
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χλωρῖτις
χλωρίων
χλωροβοτάνη
χλωροειδής
χλωρόκομος
χλωροκυρτίς
χλωρομέλας
χλωροποιός
χλωρόπτιλος
χλωρός
χλῶρος
χλωροσαῦρα
χλωροστρουθίον
χλωρότης
χλωρότομος
χλωρότυρα
χλωροφαγέω
χλωροφάγος
χλωροφυλακία
χνάσμι
χναῦμα
χναυμάτιον
χναυνός
χναυρός
χναυστικός
χναύω
χνιαρωτέρα
χνοάζω
χνοάω
χνόη
χνοΐζομαι
χνοΐζω
χνοίη
χνόϊος
χνοόεις
χνόος
χνοῦς
χνοώδης
χνοωδίαι
χνοωδῶς
χξϛʹ
χόα
χοαῖος
χοανεύω
χοάνη
χοάνιον
χόανον
χόανος
χοάρβηνα
χοάς
Χοάσπης
Χοασπῖτις
χοάσσομαι
χοαχύτης
χόδανος
χοδέαντες
χοδιτεύειν
χοδιτεύω
χόδος
χοεῖον
χόες
…
χνοΐζομαι
Save
Bailly 2024
χνοΐζομαι
(
seul.
prés.
) être couvert de duvet,
Gal.
14, 778
.
Étym.
χνόος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}