χρηστηριώδης
χρηστηριώδης, oracular, divine
χρηστηριώδης, ες,
- oracular, divine, μαντικὴ χ., opp. ἀνθρωπίνη, Philostr. VS 1Prooem.
χρηστηριώδης, ης, ες, d’oracle, divin, Philstr. 481.
Étym. χρηστήριον, -ωδης.