χρονιόομαι
χρονιόομαι, become chronic
χρον-ιόομαι, Pass.,
- become chronic, οἷσι ἂν χρονιωθῇ Hp. Art. 50.
χρονιόομαι-οῦμαι (sbj. ao. 3 sg. χρονιωθῇ) s’invétérer, Hpc. 817h.
Étym. χρόνιος.