χρονιότης
χρονιότης, long duration
χρον-ιότης, ητος, ἡ,
- long duration, Thphr. HP 9.14.2, Sor. 2.28, Theol.Ar. 23.
χρονιότης, ητος (ἡ) longueur de temps, longue durée, Th. H.P. 9, 14, 2.
Étym. χρόνιος.
χρονιότης, ητος, ἡ, lange Zeit, lange Dauer, Sp.