ψεῦσμα
ψεῦσμα, a lie, untruth
ψεῦσ-μα, ατος, τό,
- lie, untruth, fraud, εὐτυχέστατον ψεῦσμα ἐψευσμένος Pl. Men. 71d, cf. Luc. Tim. 55, Plu. Art. 13.
- II τοὺς ἐπὶ τῆς ῥινὸς φυομένους ἰόνθους Σικελιῶται ψεύσματα ἔλεγον Sch. Theoc. 12.24, cf. Kaibel CGF p.218.
ψεῦσμα, ατος (τὸ) mensonge, tromperie, Plat. Men. 71d; Luc. Tim. 55, etc.
Étym. ψεύδω.
ψεῦσμα, τό, Lüge, Betrug ; ἵνα εὐτυχέστατον ψεῦσμα ἐψευσμένος ὦ Plat. Men. 71d ; Luc. Tim. 55 u. oft, u. a.Sp.
ψεῦσμα, ατος, τό,
ψεύδω
- a lie, untruth, Plat.