ψευδήριον
ψευδήριον, cenotaph
ψευδήριον, τό,
- = κενήριον, cenotaph, Lyc. 1048,1181.
ψευδ·ήριον, ου (τὸ) tombeau simulé, cénotaphe, Lyc. 1048, 1181.
Étym. ψ. ἠρίον.
ψευδήριον, τό, = κενήριον, Lycophr. 1181, 1048.