ψευδοδιδάσκαλος
ψευδοδιδάσκαλος, a false teacher
ψευδο-δῐδάσκᾰλος, ὁ,
- false teacher, 2 EP.Petr. 2.1.
ψευδο·διδάσκαλος, ου (ὁ) [ῐκᾰ] faux maître, faux docteur, NT. 2 Petr. 2, 1.
ψευδοδιδάσκαλος, ὁ, falscher Lehrer, NT.
Strong 5572
†
a false teacher: II Pe 2:1.†
ψευδοδιδάσκαλος
ψευδο-δῐδάσκᾰλος, ὁ,
- a false teacher, NTest.