ψευδηλογέω
ψευδηλογέω,
- = ψευδολογέω, dub. in Luc. Ocyp. 63:—ψευδηλόγος, ον, = ψευδολόγος, gloss on ψευδηγόρος, Lex. in An.Bachm. 1.419, v.l. in Suid. s.v. ψευδηγόρος.
ψευδηλογέω-ῶ, c. ψευδολογέω, Luc. Oc. 63.
ψευδηλογέω, = ψευδολογέω, Luc. Ocyp. 63.
ψευδηλογέω
ψευδη-λογέω,
= ψευδολογέω, Luc.