ψεῦδις
ψεῦδις, deceitful
ψεῦδις, ιος, ὁ, ἡ, poet. word,
- = ψευδής, Pi. N. 7.49.
ψεῦδις, ιος (ὁ, ἡ) mensonger, faux, Pd. N. 7, 72.
Étym. ψευδής.
ψεῦδις, ὁ, ἡ, poet. statt ψευδής, Pind. N. 7.49, μάρτυς.
ψεῡδις
- 1deceitful οὐ ψεῦδις ὁ μάρτυς ἔργμασιν ἐπιστατεῖ, Αἴγινα, τεῶν Διός τʼ ἐκγόνων pr. N. 7.49 [ψεύδι (coni. Wil.: ψεῦδει codd.) N. 8.25]
ψεῦδις, ιος, ὁ, ἡ,
poetic for ψευδής, Pind.