ψευδοτάφιον
ψευδο-τάφιον [ᾰ], τό,
- = κενοτάφιον, Philostr. VA 8.31.
ψευδο·τάφιον, ου (τὸ) faux tombeau, cénotaphe, Philstr. V. Ap. 8, 31.
Étym. ψ. τάφος.
ψευδοτάφιον, τό, = κενοτάφιον, Philostr. u. a.Sp. Vgl. ψευδήριον.