ψευδόνιτρος Save LSJ Pape Middle Liddell ψευδό-νιτρος, ον, Att. ψευδόλιτρος (q. v.). ψευδόνιτρος, att. ψευδόλιτρος, von faschem Laugensalze. ψευδόνιτρος ψευδό-νιτρος, ον, v. ψευδόλιτρος.