Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ψᾶρος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ψαμμίας
ψάμμινος
ψαμμίον
ψάμμιος
Ψάμμις
ψαμμισμός
ψαμμίτης
ψαμμῖτις
Ψαμμίτιχος
ψαμμόγεως
ψαμμοδύτης
ψαμμοειδής
ψαμμοκοσιογάργαροι
ψαμμοκόσιοι
ψάμμος
ψαμμουργία
ψαμμοχωσία
Ψάμμυντος
ψαμμώδης
Ψάμμων
ψαμμωτός
ψανισμός
ψανός
ψάπιγμα
Ψαπφώ
ψάρ
ψάρις
ψαρομαχία
ψάρος
ψαρός
ψᾶρος
Ψάρος
ψαστής
ψᾷστον
ψατᾶσθαι
ψαυγές
ψαυκροπόδης
ψαυκρόπους
ψαυκρός
Ψαῦμις
ψαῦος
ψαύριος
ψαῦσις
ψαῦσμα
ψαυστέον
ψαυστός
ψαύω
ψάφα
ψᾶφαξ
ψάφαξ
ψαφαρία
ψαφαρίτης
ψαφαρῖτις
ψαφαρόγριχος
ψαφαρόθριξ
ψαφαρόομαι
ψαφαρός
ψαφαροχαίτης
ψαφαρόχροος
ψαφαρόχρους
ψαφαρόχρως
…
ψᾶρος
Save
Bailly 2024
ψᾶρος,
ου
(
ὁ
)
[
ᾱ
]
c. le préc.
Arstt.
H.A.
9, 26 ;
El.
N.A.
16, 3
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}