ψαφαρίτης
ψᾰφᾰρ-ίτης [ῑ], ου, ὁ,
- = ψαφαρός, ῥύπος AP 12.192 (Strat.).
ψαφαρίτης, ου [ῑ] adj. m. c. ψαφαρός, Anth. 12, 192.
ψαφαρίτης, ὁ, fem. ψαφαρῖτις, = ψαφαρός, ῥύπος Strat. 34 (XII.192).
ψαφαρίτης
ψᾰφᾰρίτης, ου, ὁ,
= ψαφαρός, Anth.