ψαυκρόπους Save Bailly 2024 Pape ψαυκρό·πους, gén. -ποδος, acc. -πουν (ὁ, ἡ) c. le préc. EM. 817, 45. ψαυκρόπους, ὁ, ἡ, πουν, τό, = ψαυκροπόδης.