ἀβρωσία
ἀβρωσία, want of food, fasting
ἀ-βρωσία, ἡ,
- want of food, fasting, Poll. 6.39.
ayuno
κλύω τάνδ' ἀβρωσίᾳ στόματος ἁμέραν Δάματρος ἀκτᾶς δέμας ἁγνὸν ἴσχειν
de Fedra
ἀβρωσία, ἡ, Fasten, = ἀσιτία, Poll. 6.32.