ἀβύθητος Save LSJ DGE Pape ἀβύθητος, ον, = sq., Sch. Opp. H. 2.216. ἀβύθητος -ον insondable fig. λαιμαργία Sch.Opp.H.2.216. ἀβύθητος, λαιμαργίας, Opp. Hal. 2.216, = ἄβυθος.