ἀγχιμαχητής
ἀγχι-μᾰχητής, οῦ, ὁ,
- = ἀγχέμαχος only in pl., Il. 2.604, etc.
guerrero que lucha cuerpo a cuerpo, de cerca, Il.2.604, 8.173, 11.286, Orac.Sib.11.22.
ἀγχι·μαχητής, οῦ (ὁ) [ῐᾰ] c. ἀγχέμαχος, Il. 2, 604, etc. au pl.
ἀγχιμαχητής, ὁ, Nahkämpfer, Hom. siebenmal, ἀνέρες ἀγχιμαχηταί Il. 2.604 ; Τρῶες καὶ Λύκιοι καὶ Δάρδανοι ἀ., stets Anrede, 8.173, 11.286, 13.150, 15.425, 486, 17.184.
ἀγχιμαχητής
[ἄγχι + μαχητής]
= ἀγχέμαχος Il. 2.604, Il. 8.173 = Il. 11.286 = Il. 13.150 = Il. 15.425 = 486 = Il. 17.184.
ἀγχιμαχητής = ἀγχέμαχος.