ἀδελφεά
ἀδελφεά, ἀδελφ-εή, ἀδελφεός, ἀδελφ-ειός, v. sub ἀδελφή, ἀδελφός.
ἀδελφεά, -εή, -ειή, v. ἀδελφή.
ἀδελφεά, ἡ, ion. ἀδελφεή, Her., = ἀδελφή, Pind. N. 7.4 ; Soph. O.R. 160, O.C. 540, 1059 ch.
ἀ˘δελφεά
- 1sister ἄνευ σέθεν (sc. Ἐλειθυίας) οὐ τεὰν ἀδελφεὰν ἐλάχομεν ἀγλαόγυιον Ἥβαν N. 7.4