ἀδελφεοκτόνος Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ἀδελφεοκτόνος, ον, Ion. for ἀδελφοκτόνος. ἀδελφεοκτόνος -ον v. ἀδελφοκτόνος. ἀδελφεο·κτόνος, ος, ον, c. ἀδελφοκτόνος, Hdt. 3, 65. ἀδελφεοκτόνος Ion. voor ἀδελφοκτόνος. ἀδελφεοκτόνος, ὁ, Brudermörder, Her. 3.65.