ἀεροπέτης
ἀεροπέτης, flying in air
ἀερο-πέτης, ες, (πέτομαι)
- flying in air, σφήξ Horap. 2.24, PMag.Lond. 121.554.
ἀερο·πέτης, ου (ὁ) [ᾱ] qui vole dans les airs, Horap. 2, 124.
Étym. ἀ. πέτομαι.
ἀεροπέτης, ὁ, in der Luft fliegend, Sp.