Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀερόποδες
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀερολέσχης
ἀερόλευκος
ἀερολόγος
ἀερομαντεία
ἀερομαντεῖον
ἀερόμαντις
ἀερομαχία
ἀερόμελι
ἀερομετρέω
ἀερομέτρητος
ἀερομήκης
ἀερομιγής
ἀερόμικτος
ἀερομιχλώδης
ἀερόμορφος
ἀερομυθέω
ἀερομυθίω
ἀερόμυθος
ἀερονηχής
ἀερονομέω
ἀερονομικός
ἀερόομαι
ἀεροπετέω
ἀεροπετής
ἀεροπέτης
Ἀερόπη
ἀερόπλαγκτος
ἀερόπλανος
ἀεροπλάνος
ἀεροπλήγιος
ἀερόποδες
ἀεροπορέω
ἀεροπορία
ἀεροπόρος
ἀέροπος
Ἀέροπος
ἀεροπός
ἀεροποτέομαι
ἀερόπους
ἀεροριφής
ἀεροσκοπέω
ἀεροσκοπία
ἀεροσκόπος
ἀερότεμις
ἀεροτόμος
ἀερότονον ὄργανον
ἀερότονος
ἀεροΰφαντος
ἀεροφαής
ἀεροφανής
ἀεροφεγγής
ἀεροφερής
ἀεροφόβος
ἀεροφοίτας
ἀεροφοίτης
ἀεροφοίτητος
ἀεροφοῖτις
ἀερόφοιτος
ἀεροφόρητος
ἀεροφόρος
ἀεροφυής
…
ἀερόποδες
Save
Pape
ἀερόποδες
, bei
Schol. Ar. Av
. 1354, eine Vogelart (= μέροψ ?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}