Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀκονιτικόν
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀκόμνιον
ἄκομος
ἀκόμπαστος
ἄκομπος
ἀκόμψευτος
ἄκομψος
ἀκόμψως
ἀκόνα
ἀκονάδιον
Ἀκόναι
ἀκοναῖος
Ἀκοναῖος
ἀκονάω
ἄκονδος
ἀκόνδυλος
ἀκόνη
ἀκόνημα
ἀκόνησις
ἀκονητής
ἀκονητί
ἀκονητός
ἀκονήτως
ἀκονίας
ἀκονίατος
ἀκόνιον
ἀκονίορτος
ἀκονιστικός
ἀκονιτεί
Ἀκονίτης
ἀκονιτί
ἀκονιτικόν
ἀκονιτικός
Ἀκονῖτις
ἀκόνιτον
ἀκόνιτος
ἀκονίτως
ἄκονοι
ἄκονος
Ἀκοντεύς
Ἀκόντης
ἀκοντί
Ἀκοντία
Ἀκοντιάδαι
ἀκοντίας
ἀκοντίασις
Ἀκοντιεύς
Ἀκοντιζομένη
Ἀκοντιζόμενος
ἀκοντίζω
ἀκοντικόν
ἀκοντίλος
ἀκόντιον
Ἀκόντιον
Ἀκόντιον ὄρος
Ἀκόντιος
ἀκοντισία
ἀκόντισις
ἀκόντισμα
ἀκοντισμός
ἀκοντιστήρ
ἀκοντιστήριον
…
ἀκονιτικόν
Save
Pape
ἀκονιτικόν
, [νῑ], φάρμακον, Xen.
Cyneg
. 11.2,
aus Akonitum bereitet
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}