ἀκοντίλος Save LSJ DGE ἀκοντ-ίλος, ὁ, = ἀκοντίας, Hsch., EM 50.52. ἀκοντίλος -ου, ὁ zool. cierta serpiente Hsch.s.u. ἀκοντίαι, EM α 682.