Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ἀκοναῖος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀκολούθησις
ἀκολουθητέον
ἀκολουθητικός
ἀκολουθία
ἀκολούθια
ἀκολουθικός
ἀκολουθίσκος
ἀκόλουθος
ἀκολούθως
ἀκολούτει
ἀκολουτέω
ἄκολπος
ἀκόλυμβος
ἀκομενταρήσιος
ἀκόμης
ἀκομιστία
ἀκομιστίη
ἀκόμιστος
ἀκόμμωτος
ἀκόμνιον
ἄκομος
ἀκόμπαστος
ἄκομπος
ἀκόμψευτος
ἄκομψος
ἀκόμψως
ἀκόνα
ἀκονάδιον
Ἀκόναι
ἀκοναῖος
Ἀκοναῖος
ἀκονάω
ἄκονδος
ἀκόνδυλος
ἀκόνη
ἀκόνημα
ἀκόνησις
ἀκονητής
ἀκονητί
ἀκονητός
ἀκονήτως
ἀκονίας
ἀκονίατος
ἀκόνιον
ἀκονίορτος
ἀκονιστικός
ἀκονιτεί
Ἀκονίτης
ἀκονιτί
ἀκονιτικόν
ἀκονιτικός
Ἀκονῖτις
ἀκόνιτον
ἀκόνιτος
ἀκονίτως
ἄκονοι
ἄκονος
Ἀκοντεύς
Ἀκόντης
ἀκοντί
Ἀκοντία
…
Ἀκοναῖος
Save
DGE
Ἀκοναῖος
adj.
aconeo
ét. de Aconas, Nic.
Al
.41.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}