ἀκοπητί
ἀκοπ-ητί,
- Adv. of ἄκοπος, f.l. for ἀκονιτί, Lib. Decl. 29.6.
ἀ·κοπητί [ᾰ] adv. sans fatigue, sans effort, Lib. 1, 378.
Étym. ἀ, *κοπέω, de κόπος.
ἀκοπητί, ohne Arbeit, Liban. l. dub.